Aναζητούνται χαμένα ιδανικά

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

» » Aναζητούνται χαμένα ιδανικά

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη


Αναρωτιέμαι, αν ξεπουλούσαν την πατρίδα μας, όπως την ξεπούλησαν, αν παραχωρούσαν σε «δανειστές» τη δημόσια περιουσία, όπως την παραχώρησαν, αν έκλειναν σχολεία και νοσοκομεία, μαζί με τις βιβλιοθήκες, όπως κλείνουν, αλλά ο μισθός μας δεν άλλαζε, θα είχαμε λόγους να φωνάξουμε;
Αν απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα, ίσως να βρούμε τη ρίζα του κακού. Ίσως βρούμε το ιδανικό που χάσαμε. Ίσως βρούμε το δρόμο που αποφεύγουμε να περπατήσουμε.

 Τούτες τις μέρες, τούτες τις εποχές. Νιώθεις το κρύο που σε παγώνει. Επειδή έβαλες συρματοπλέγματα γύρω σου. Και δεν σε ζεσταίνουν. Γιατί τα συρματοπλέγματα να σε περιορίσουν, να σε απομονώσουν μόνο μπορούν. Όχι να σε προστατεύσουν.

 Μα δεν κρυώνεις από την παγωνιά, ούτε επειδή άλλοι συνάνθρωποί σου είναι στο κρύο, χωρίς ένα σπίτι ή ένα πιάτο φαγητό.

 Η παγωνιά είναι από τα βάθη της ψυχής σου.

 Από την ακινησία σου.

 Απ’ τη νύχτα που μπήκαμε. Και στα σκοτάδια κάνει πιο πολύ κρύο. Ακόμη και τις θερμές μέρες, διαδέχονται παγωμένες νύχτες.

 Και δεν αντιμετωπίζεται αυτή η παγωνιά, παρά μόνο αν σπεύσεις.

 Είναι βαρύ το χρέος του ανθρώπου. Και πικρό καμιά φορά. Και πάντα δύσκολο.

 Μα τελικά, πιο πικρό, πιο δύσκολο είναι να μην κάνεις κάτι. Να μην προσπαθήσεις. Κι αν δεν κάνεις την προσπάθεια, πώς ξέρεις ότι δεν μπορείς;

 Κάποτε, σκέφτεσαι, όταν θα έχουμε καιρό, θα μπορούμε να σκεφτούμε για όλα αυτά που χθες δεν προλάβαμε ή δεν θελήσαμε. Και χάσαμε το σήμερα.

 Κάποτε, όταν θα έχουμε περισσότερη ώρα, θα σκεφτούμε για όλα αυτά που σήμερα δεν μπορούμε να αποφασίσουμε και επιτρέπουμε να χαθεί το αύριο.

 Για τις μεγάλες μάχες που δεν δώσαμε και παραδώσαμε ανυπεράσπιστη την πολιτεία και το ζωντανό μέλλον της. Χωρίς να έχουμε το δικαίωμα.

 Για τα παιδιά μας που τα μάθαμε να πιστεύουν ότι η αξία της ζήσης τους δεν ήταν παρά μια όμορφη φορεσιά, μια καλή διασκέδαση στα νυχτερινά μαγαζιά, ένα σπίτι με πισίνα και ένα γρήγορο αυτοκίνητο.

 Για τον άνθρωπο που ξεχάσαμε σε μια γωνιά, επειδή εμείς αλλιώς τον μάθαμε.

 Γιατί νομίζαμε, όπως μας έκαναν να νομίζουμε, ότι ο άνθρωπος είναι μόνο για διακοπές και διακοποδάνεια. Για αγορές ακριβών αυτοκινήτων και σπιτιών. Για συναλλαγές με την εξουσία, ώστε να κάνει τη δουλίτσα του, ακόμη και με παράνομο τρόπο, να βρίσκει το βόλεμά του, να μην νοιάζεται τι κάνει ο παρακάτω ή ο συνάδελφος.

 Και σήμερα μας βρήκαν αποκαμωμένους από τα «ακριβά» που μας «δώρισαν». Και μας πήραν τα πραγματικά πολύτιμα.

 Την πατρίδα.

 Το μέλλον.

 Την ψυχή, κυρίως.

 Τη διάθεση και την απόφαση.

 Ναι, η ζωή είναι για ακριβά πράγματα. Όχι όμως ακριβά που τα προσδιορίζει η αξία του χρήματος. Όχι η πληρωμή και οικονομική συναλλαγή.

 Έχει ακριβά και πολύτιμα πράγματα η ζωή.

 Έχει τα παιδιά και το μέλλον τους.

 Έχει το χέρι που πρέπει να απλώνεις στον άνθρωπο που πονά. Για να μάθεις να στο απλώνουν και σένα όταν θα πονέσεις.

 Έχει την ευκαιρία της γνώσης, της δημιουργίας, της διαμόρφωσης του δρόμου των ευκαιριών για τους επόμενους.

 Έχει μια πατρίδα που πρέπει να παραδώσεις στους επόμενους, τουλάχιστο όπως τη βρήκες, κι όχι λειψή ή χειρότερη. Τώρα, μ’ όλα αυτά που μας κάνουν επειδή χθες δεν μιλήσαμε και δεν κάναμε αυτό που έπρεπε, τώρα που άκουσες ότι το χρήμα δεν αγοράζει τα πολύτιμα της ζωής, τώρα που διαπίστωσες ότι σε χρησιμοποιούν μόνο σα μια μονάδα που παράγει χρήμα για τους λίγους κι εκλεκτούς, κατάλαβες; Κατάλαβες ποια είναι τα ακριβά και τα πολύτιμα της ζωής;

 Να ένας λόγος που αλλάξαμε τα ακριβά και πολύτιμα με τα ακριβά σε κόστος. Έλειψαν οι πνευματικοί ηγήτορες. Οι πραγματικοί. Όχι εκείνοι που έμπαιναν στην ουρά για μια καλή θέση ή μια χρηματοδότηση. Οι ίδιοι δηλαδή που σήμερα εμφανίζονται σαν «πνευματική όαση» στη γενικευμένη και πολυεπίπεδη ξηρασία και περιφέρονται στην αγορά και τα κανάλια νομίζοντας πως η αμνησία είναι καθολική.

 Έλειψαν οι ηγήτορες, γενικά. Κι εκείνοι της πολιτικής, κι εκείνοι της ζωής και της γνώσης. Έλειψαν εκείνοι που θα άνοιγαν δρόμους.

 Όμως, αλήθεια, περιμένεις τους άλλους να σου ανοίξουν το δρόμο; Περιμένεις τον άλλο να βγει μπροστά για να σου δείξει το χρέος σου;

 Αν ο καθένας περιμένει τον άλλο, πάντα ακίνητοι θα μένουμε.

 Αν όμως ο καθένας αναλάμβανε από το παρελθόν το δικό του χρέος, δεν θα μας έβρισκαν σαν έτοιμους από καιρό, στη γωνία.

 Αν ο καθένας αναλαμβάνει σήμερα αυτό το βάρος, το δικό του χρέος, τότε θα συναντηθούμε γρήγορα. Και θα βρούμε τι κάνει ο καθένας.

 Γράφει ο Καζαντζάκης, «τριών λογιών είναι οι ψυχές, τριών λογιών οι προσευχές:

 α΄ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε· τέντωσέ με να μη σαπίσω·

 β΄ Μη με παρατεντώσεις, Κύριε, θα σπάσω·

 γ΄Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω!

 Διάλεξε!»

 Διάλεξε λοιπόν! Διάλεξε πώς θα κάνεις τον δικό σου απολογισμό.

 Μετρώντας ακόμη και τα λάθη που έκανες, αλλά σίγουρα κινήθηκες;

 Ή, μετρώντας το μέγεθος της ακινησίας σου, από φόβο, από δειλία, από αναμονή κάποιου άλλου, από, από...

 Μόνο μη σκέφτεσαι και πάλι ότι για τη δική σου ακινησία φταίει κάποιος άλλος. Πρώτα τον εαυτό σου ψάξε. Και μετά τους άλλους.

 Πρώτα τον εαυτό σου άλλαξε, και μετά κάνε την προσπάθεια και για τον άλλο.

 Αν δεν επαναστατήσεις εναντίον του εαυτού σου, πώς θα επαναστατήσεις για ν’ αλλάξει ο κόσμος;

 Έλειψε το ιδανικό. Γι’ αυτό δεν κάναμε όσα έπρεπε και φτάσαμε εδώ. Ελαχιστοποιήθηκε σε ανάγκη. Σε πλαστή ή ιδιοτελή ανάγκη.

 Κι επειδή σήμερα αναρωτιόμαστε γιατί δεν κάνουμε κάτι, το ιδανικό δεν αποκτάται έτσι. Προηγείται η συνείδηση. Αυτή που απωλέσθηκε όταν αντί για το χρήσιμο, αναγκαίο και επωφελές για την κοινότητα, επιλέγαμε ιδιοτελώς το προσωπικά ωφέλιμο.

 Και γιατί συνέβη αυτό; Γιατί δεν είχαμε μια πολιτεία με πολίτες, θεσμούς, αρχές ως εκπροσώπους του κοινού συμφέροντος και της κοινής συνείδησης. Νόμους που να εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

 Δεν είναι ιδεατή αυτή η πολιτεία που δεν φτιάξαμε, αλλά η ορθή και δίκαιη. Ποιος θα την έκανε αν όχι εσύ; Πάλι τους άλλους θα περίμενες;

 Σκέφτηκες, πότε βγήκαμε στην πλατεία για να διεκδικήσουμε σωστή παιδεία, ένα σχολείο, μια βιβλιοθήκη (στο Ηράκλειο το κάναμε μια φορά για τη Βικελαία, αλλά μέχρι εκεί);

 Πότε φωνάξαμε ότι τα παιδιά μας δεν έχουν τη μόρφωση που πρέπει;

 Πότε πήγαμε να κατεδαφίσουμε το κακό σχολείο που βγάζει αμόρφωτα παιδιά;

 Πότε φωνάξαμε – πλην εξαιρέσεων- ότι θέλουμε ένα σύστημα υγείας που να σώζει ανθρώπους κι όχι να πεθαίνουν όσοι δεν έχουν χρήμα;

 Φωνάξαμε και φωνάζουμε και σήμερα, μόνο επειδή μας άγγιξαν την τσέπη. Μόνο γι’ αυτό. Ενώ θα έπρεπε, και γι’ αυτό, και για πολλά άλλα. Για τη Δημοκρατία που κατάργησαν, τη χώρα που παραχώρησαν, τη γνώση που υποβάθμισαν σκόπιμα. Για τις βιβλιοθήκες που κλείνουν κι ανοίγουν μπαρ στη θέση τους.

 Δεν επενδύσαμε στις αληθινές αξίες της ζωής και του ανθρώπου, και να τα αποτελέσματα. Πρόβλημα παγκόσμιο, πολιτισμικό, κι όχι περιορισμένα ελληνικό.

 Ένας ανώτατος δικαστής έκανε αγωγή στο ελληνικό κράτος γιατί του έκοψαν το μισθό. Δεν έκανε τίποτε επειδή άλλοι άνθρωποι πέθαναν από την απόγνωση. Ούτε κίνησε διαδικασίες επειδή πλήγωσαν τη Δημοκρατία και την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, επειδή παραβιάζεται το Σύνταγμα, ακυρώνεται η έννοια του Δικαίου. Επειδή σκότωσαν την αξιοπρέπειά του ανθρώπου. Μόνο επειδή του έκοψαν το μισθό θυμήθηκε ότι ασκεί ένα από τα κρίσιμα λειτουργήματα.

 Αναρωτιέμαι, αν ξεπουλούσαν την πατρίδα μας, όπως την ξεπούλησαν, αν παραχωρούσαν σε «δανειστές» τη δημόσια περιουσία, όπως την παραχώρησαν, αν έκλειναν σχολεία και νοσοκομεία, μαζί με τις βιβλιοθήκες, όπως κλείνουν, αλλά ο μισθός μας δεν άλλαζε, θα είχαμε λόγους να φωνάξουμε; Αν απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα, ίσως να βρούμε τη ρίζα του κακού. Ίσως βρούμε το ιδανικό που χάσαμε. Ίσως βρούμε το δρόμο που αποφεύγουμε να περπατήσουμε.

 Όμως, όταν αναρωτηθούμε για όλα τούτα ίσως δεν θα μας παίρνει ο χρόνος να βρούμε την απάντηση.

 Όταν θα γεμίσουμε απορίες για τα «πώς» και τα «γιατί» ίσως δεν θα προφταίνουμε ούτε την απάντηση να σκεφτούμε.

 Τότε ίσως θα προσπαθήσουμε να βρούμε το βήμα μας. Μα είναι πιθανό να είναι αργά. Γιατί μπορεί να μην υπάρχει ο δρόμος. Και θα πρέπει να τον κατασκευάσουμε από την αρχή…

 Χάνεται ο χρόνος. Όσο καθυστερούμε, τόσο πιο πίσω μας πάνε.

 Όπως τότε που σκύβαμε το κεφάλι για να μας κάνει το χατήρι ο βουλευτής, ακόμη και με παρανομία, και να του το ανταποδώσουμε. Χάνοντας τη συνείδησή μας

 Τα ξανάπαμε.

 Δεν είναι μια θεατρική παράσταση η ζωή για να παρακολουθούμε ως θεατές που χειροκροτούν ή αποδοκιμάζουν, αλλά ενεργό ρόλο δεν έχει παρά μόνο ο σκηνοθέτης.

 Ας φοβηθούμε πιο πολύ απ’ όλα τους αδιάφορους και πρώτα τον ακίνητο εαυτό μας. Γιατί οι αδιάφοροι κάνουν ότι δεν βλέπουν, κάνουν ότι δεν ακούν. Φοβούνται να ονειρευτούν. Φοβούνται να κινηθούν. Και δεν ακούν έτσι τις αλυσίδες που σέρνουν στα πόδια τους… Γιατί είναι ακίνητοι…

 Φοβάμαι μόνο τους φοβισμένους και τους ακίνητους. Εκείνους όλους που δεν έχουν απολογισμό...

 Εκείνους που φοβούνται να είναι όρθιοι...

Share

You may also like

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ